Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε απειλήσει τη μεγαλύτερη οικονομία της Λατινικής Αμερικής με αυτό το μέτρο, ως τιμωρία για αυτό που έχει χαρακτηρίσει «κυνήγι μαγισσών» κατά του ακροδεξιού συμμάχου του, πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρο.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα την Τετάρτη για την επιβολή δασμών ύψους 50%, τους οποίους είχε προηγουμένως απειλήσει να επιβάλει στη Βραζιλία, θεμελιώνοντας νομικά την απόφαση με την αιτιολογία ότι οι πολιτικές της Βραζιλίας και η ποινική δίωξη του πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρο συνιστούν οικονομική έκτακτη ανάγκη, βάσει νόμου του 1977.

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι οι δασμοί 50% θα τεθούν σε ισχύ σε επτά ημέρες. Παρ’ όλα αυτά, εξαιρούνται αρκετές από τις βασικές εξαγωγές, όπως τα αεροπλάνα, ο χυμός πορτοκαλιού και η ενέργεια.
Ο Τραμπ είχε απειλήσει για πρώτη φορά με την επιβολή των δασμών στις 9 Ιουλίου, σε επιστολή προς τον πρόεδρο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα. Ωστόσο, η νομική βάση αυτής της απειλής ήταν ένα προηγούμενο εκτελεστικό διάταγμα που βασιζόταν σε εμπορικά ανισοζύγια. Όμως, σύμφωνα με το Γραφείο Απογραφής των ΗΠΑ, η Αμερική είχε εμπορικό πλεόνασμα 6,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων με τη Βραζιλία πέρυσι.

Το διάταγμα αναφέρει ότι οι βραζιλιάνικες αρχές έχουν επιδοθεί σε πολιτική δίωξη και σε σειρά μέτρων που πλήττουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία της έκφρασης, εστιάζοντας στην υπόθεση του πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρο και χιλιάδων υποστηρικτών του. Το έγγραφο κατηγορεί άμεσα μέλη της βραζιλιάνικης κυβέρνησης και συγκεκριμένα τον δικαστή του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Αλεξάντρ ντε Μοράες, ότι χρησιμοποιούν τη θέση τους για να εκφοβίσουν, να λογοκρίνουν και να διώκουν αντιφρονούντες, περιλαμβανομένων Αμερικανών πολιτών και κατοίκων των ΗΠΑ.

Η κυβέρνηση Τραμπ αναφέρει ότι από το 2019, ο ντε Μοράες έχει εκδώσει εκατοντάδες εντολές λογοκρισίας κατά πολιτικών επικριτών, έχει επιβάλει βαριά πρόστιμα και έχει απειλήσει με αποκλεισμό αμερικανικών επιχειρήσεων από την αγορά της Βραζιλίας. Το ανακοινωθέν προσθέτει ότι, τουλάχιστον σε μία περίπτωση, «πάγωσαν» τα περιουσιακά στοιχεία αμερικανικής εταιρείας στη Βραζιλία. Επιπλέον, καταγγέλλεται η χρήση ποινικών διώξεων εναντίον Αμερικανών και κατοίκων των ΗΠΑ, όπως ο Πάουλο Φιγκειρέδο, για δηλώσεις που έγιναν εκτός της νοτιοαμερικανικής χώρας.























































